
Η γενιά των Millennials στην Ελλάδα αποτελεί την πρώτη γενιά που βίωσε σε ολόκληρη τη διαδρομή της ζωής της τη μετάβαση από έναν κυρίως αναλογικό κόσμο σε έναν πλήρως ψηφιοποιημένο κοινωνικό, εργασιακό και πολιτισμικό χώρο. Τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια διαμορφώθηκαν μέσα σε σχετικά σταθερές κοινωνικές δομές, με έντονη τη φυσική παρουσία στους θεσμούς και με την κυρίαρχη αντίληψη ότι η εκπαίδευση, η προσωπική προσπάθεια και η προσαρμοστικότητα συνιστούν βασικά εφόδια για μια ασφαλή και αξιοπρεπή ζωή. Ωστόσο, η ενηλικίωσή της συνέπεσε με την ταχεία ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας και, παράλληλα, με μια παρατεταμένη περίοδο κοινωνικών και οικονομικών κρίσεων, γεγονός που ανέτρεψε τις αρχικές αυτές προσδοκίες και αναδιαμόρφωσε ριζικά τις συνθήκες ζωής της.
Η διάψευση των προσδοκιών δεν περιορίστηκε στο οικονομικό επίπεδο, αλλά συνοδεύτηκε από σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες. Για πολλούς Millennials, η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από χρόνιο στρες, το οποίο απορρέει από τη διαρκή αβεβαιότητα σχετικά με την εργασία, το εισόδημα και τη στέγαση. Η επισφάλεια αυτή δεν βιώνεται ως μια παροδική ή μεταβατική κατάσταση, αλλά ως μια μόνιμη πραγματικότητα. Όταν το άτομο καλείται να λειτουργεί επί μακρόν χωρίς αίσθημα ασφάλειας και προβλεψιμότητας, το στρες παύει να αποτελεί φυσιολογική αντίδραση και μετατρέπεται σε σταθερό ψυχολογικό μηχανισμό, επηρεάζοντας τη διάθεση, τη συγκέντρωση και τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Η παρατεταμένη αυτή πίεση συνδέεται άμεσα με τη συναισθηματική επισφάλεια. Πολλοί Millennials δυσκολεύονται να βιώσουν σταθερότητα όχι μόνο σε πρακτικό, αλλά και σε συναισθηματικό επίπεδο. Η αβεβαιότητα για το μέλλον, σε συνδυασμό με τις αυξημένες απαιτήσεις ενός ταχύτατα μεταβαλλόμενου και ψηφιοποιημένου περιβάλλοντος, ενισχύει τον φόβο λανθασμένων επιλογών, την αναβλητικότητα και το αίσθημα ματαίωσης. Η ζωή συχνά εκλαμβάνεται ως μια διαρκής «μεταβατική φάση», κατά την οποία κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν την εργασία, τη δημιουργία οικογένειας ή την προσωπική σταθερότητα αναβάλλονται, όχι λόγω έλλειψης επιθυμίας, αλλά λόγω απουσίας ενός σταθερού και ασφαλούς πλαισίου.
Οι συνθήκες αυτές αυξάνουν σημαντικά την ψυχοκοινωνική ευαλωτότητα της γενιάς. Το χρόνιο στρες και η συναισθηματική επισφάλεια λειτουργούν σωρευτικά, καθιστώντας τα άτομα περισσότερο ευάλωτα στην εμφάνιση άγχους, καταθλιπτικών συμπτωμάτων και συναισθηματικής εξάντλησης. Πολλοί Millennials βιώνουν έντονη κόπωση και απογοήτευση, καθώς καλούνται να ανταποκριθούν σε κοινωνικές και επαγγελματικές απαιτήσεις χωρίς να διαθέτουν επαρκείς υποστηρικτικούς μηχανισμούς. Παράλληλα, η ψηφιοποίηση της εργασίας και της καθημερινότητας δυσχεραίνει τον διαχωρισμό μεταξύ προσωπικού και επαγγελματικού χρόνου, εντείνοντας το αίσθημα διαρκούς εγρήγορσης και ψυχικής κόπωσης.
Οι επιπτώσεις αυτές δεν περιορίζονται στο ατομικό επίπεδο, αλλά επεκτείνονται και στο κοινωνικό πεδίο. Η καθυστέρηση στην επίτευξη οικονομικής ανεξαρτησίας επηρεάζει τη συγκρότηση οικογένειας και τη δημιουργία σταθερών διαπροσωπικών σχέσεων, ενώ η γενικευμένη ανασφάλεια οδηγεί συχνά σε απομάκρυνση από συλλογικές διαδικασίες και μορφές κοινωνικής συμμετοχής. Η μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και η αίσθηση ότι η προσωπική προσπάθεια δεν ανταμείβεται επαρκώς ενισχύουν φαινόμενα κοινωνικής αποστασιοποίησης και κυνισμού.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ψηφιακός τρόπος ζωής λειτουργεί με αμφίσημο τρόπο. Από τη μία πλευρά, προσφέρει νέες δυνατότητες επικοινωνίας, πληροφόρησης και επαγγελματικής δικτύωσης· από την άλλη, ενισχύει τη συνεχή σύγκριση με εξιδανικευμένες εικόνες επιτυχίας και ευημερίας. Για μια γενιά που μεγάλωσε χωρίς ψηφιακά μέσα αλλά ενηλικιώθηκε μέσα σε αυτά, η διαρκής αυτή έκθεση μπορεί να εντείνει το αίσθημα ανεπάρκειας, μοναξιάς και συναισθηματικής αστάθειας.
Παρά τις δυσκολίες, από τη συλλογική αυτή εμπειρία αναδύονται και νέες κοινωνικές στάσεις. Οι Millennials αποδίδουν αυξημένη σημασία στην ψυχική υγεία, στην ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής και στην αναζήτηση νοήματος πέρα από τα παραδοσιακά πρότυπα επιτυχίας. Η αναγνώριση της ψυχοκοινωνικής ευαλωτότητας δεν εκλαμβάνεται πλέον ως ένδειξη αδυναμίας, αλλά ως αναγκαίο βήμα για την κατανόηση της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας και τη διεκδίκηση συλλογικών μορφών υποστήριξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνική εργασία καλείται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Η ουσιαστική κατανόηση του βιώματος των Millennials προϋποθέτει μια ολιστική προσέγγιση, η οποία λαμβάνει υπόψη τόσο τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες όσο και τη βαθιά επίδραση της ψηφιακής μετάβασης στην καθημερινή ζωή. Η ανάπτυξη υποστηρικτικών δομών, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και η εφαρμογή πολιτικών που περιορίζουν την επισφάλεια μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη μείωση της ψυχοκοινωνικής ευαλωτότητας και στη διαμόρφωση συνθηκών μεγαλύτερης σταθερότητας για τη γενιά αυτή και την κοινωνία συνολικά.
Ήρα Μελ. Λέλη
BSc Κοινωνική Λειτουργός Δ.Π.Θ.
MSc Διοίκηση Μονάδων Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας ΠΑ.Δ.Α

