
Υπάρχουν διακρίσεις σήμερα;
Ο όρος διακρίσεις σχετίζεται με την εμφάνιση διαφορετικής μεταχείρισης ατόμων ή ομάδων μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση απορρέει από τη διαφορετικότητα των ατόμων ή των ομάδων, η οποία λογίζεται ως ένα χαρακτηριστικό παρέκκλισης από το σύνολο. Σήμερα, οι διακρίσεις σήμερα αποτελούν μια υπαρκτή κοινωνική πραγματικότητα και η συζήτηση σχετικά με τη διαφορετικότητα και οι δράσεις για την ενίσχυση της αποδοχής, ιδιαίτερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μη Διάκρισης, κυριαρχούν στον δημόσιο χώρο, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα βαθύτερο κοινωνικό πρόβλημα που συνδέεται άμεσα με τις κοινωνικές ανισότητες και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η θέσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η θεσμοθέτηση για την άρση των διακρίσεων δεν έχει κατορθώσει να εξαλείψει το κοινωνικό πρόβλημα των κοινωνικών διακρίσεων, και η διαφορετικότητα συνεχίζει να εκλαμβάνεται ως κάτι αρνητικό και παρεκκλίνον από το σύνολο.
Επιχειρώντας να εξετάσουμε τους λόγους εμφάνισης των διακρίσεων σήμερα, συναντάμε τις έννοιες των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, οι οποίες λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός γέννησης των κοινωνικών διακρίσεων. Όσον αφορά τα στερεότυπα, διαμορφώνονται από την εγγενή τάση του ανθρώπου να κατηγοριοποιεί τις πληροφορίες για να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του. Ωστόσο, πολλές φορές η γενίκευση που ακολουθεί την κατηγοριοποίηση εμπλέκεται με τις προκαταλήψεις, οδηγώντας τα άτομα ή τις ομάδες σε αυθαίρετα και λανθασμένα συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά στη συνέχεια καθορίζουν τη στάση απέναντι στα άτομα ή στις ομάδες και διαμορφώνουν συμπεριφορές που οδηγούν σε κοινωνικό αποκλεισμό και περιθωριοποίηση. Η προκατάληψη αρχίζει και γεννά τις διακρίσεις, που μπορεί είτε να είναι φανερές και να δηλώνουν την αρνητική στάση απέναντι στα άτομα, είτε έμμεσες και να φανερώνονται με την άρνηση αλληλεπίδρασης με συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες. Και στις δύο περιπτώσεις προκαλείται κοινωνικός αποκλεισμός και ενισχύονται οι κοινωνικές ανισότητες.
Μάλιστα, πολλές φορές τα άτομα που βιώνουν διακρίσεις και κοινωνικό αποκλεισμό εσωτερικεύουν τις αρνητικές στάσεις και αντιλήψεις για τις ικανότητές τους και εμφανίζεται η διαδικασία της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, κατά την οποία τα άτομα λειτουργούν με βάση το στερεότυπο που τους έχει αποδοθεί.
Ωστόσο, οι διακρίσεις σήμερα δεν αποτελούν απλά ένα πεδίο θεωρητικής συζήτησης σχετικά με τη διαφορετικότητα και τη σημασία της αποδοχής. Είναι σημαντικό να υπάρχει ενημέρωση και κατανόηση γύρω από τις επιπτώσεις των κοινωνικών διακρίσεων στα άτομα και στις ομάδες που τις βιώνουν. Αρχικά, στα άτομα πλήττεται το αίσθημα του ανήκειν και αισθάνονται μη αποδεκτά από τον κοινωνικό τους περίγυρο, βιώνοντας αυξημένο άγχος και συναισθήματα θλίψης και θυμού στην προσπάθειά τους να ενσωματωθούν στο κοινωνικό σύνολο. Η δυσκολία ενσωμάτωσης και η εμπειρία του κοινωνικού αποκλεισμού επιδρούν σημαντικά στην κοινωνικοποίησή τους και επιβαρύνουν σοβαρά την ψυχική υγεία. Η απουσία διαπροσωπικών σχέσεων και η περιθωριοποίηση αυξάνουν το αίσθημα μοναξιάς, ενισχύοντας τις αρνητικές επιπτώσεις των διακρίσεων σήμερα.
Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις οι συστηματικές και χρόνιες κοινωνικές διακρίσεις οδηγούν τα άτομα στην εσωτερίκευση των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων που τους έχουν αποδοθεί, με αποτέλεσμα να αξιολογούν με τον ίδιο τρόπο τον εαυτό τους. Η εσωτερίκευση αυτή επιδρά αρνητικά στην αυτοεκτίμηση και μπορεί να αποτελέσει παράγοντα εκδήλωσης ψυχοσυναισθηματικών δυσκολιών. Επιπλέον, οι διακρίσεις σήμερα δύνανται να επιβαρύνουν ήδη υπάρχουσες ψυχικές δυσκολίες και τραυματικές εμπειρίες, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μη αποδοχής, αποξένωσης και κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις ενδέχεται να αποτελέσουν παράγοντα βιωμάτων βίας και επιθέσεων.
Ελένη Λάιου
Ψυχοθεραπεύτρια – Σύμβουλος Γονέων και Οικογένειας
https://thegeniusfifi.com/psychologists/
Ο …ελέφαντας στην τάξη: Η σχολική τάξη ως το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής ανισοτήτων και σχολικών ανισοτήτων
Εκτός από τις ορατές διακρίσεις και κατάφωρες κοινωνικές αδικίες, μια μεγάλη «δεξαμενή» γένεσης διακρίσεων και σχολικών ανισοτήτων είναι οι αθέατες διακρίσεις εντός του θεσμικού χώρου του σχολείου και του ευρύτερου εκπαιδευτικού συστήματος. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για τον …ελέφαντα στο δωμάτιο, και συγκεκριμένα στην τάξη: Κάτι που περνάει στα …ψιλά γράμματα, είναι το ότι το σχολείο σαν θεσμός, καθόλου απαλλαγμένο δεν είναι από συγκεκριμένους κώδικες και συγκεκριμένη κουλτούρα και η είσοδος ενός παιδιού στο εκπαιδευτικό σύστημα έρχεται με «όρους και προϋποθέσεις», επηρεάζοντας ουσιαστικά τις ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση. Τουτέστιν, αν το παιδί δεν κουβαλάει στην πολιτισμική του φαρέτρα βέλη που είναι αρκετά «ακονισμένα» ώστε να τρυπήσουν τους… στόχους του σχολείου, απορρίπτεται σιωπηρά ή και με θόρυβο, βιώνοντας συχνά σχολικό αποκλεισμό, καθώς οι αδυναμίες του γίνονται αντιληπτές με το που χτυπήσει το κουδούνι για την τάξη.
Κι έτσι, η Ελένη σηκώνει το χέρι για να απαντήσει στις ερωτήσεις του δασκάλου, σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα, σε αντίθεση με τον Κώστα, όπου προσπαθεί ακόμα να επεξεργαστεί τη λέξη «παλιννόστηση». Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η Ελένη προέρχεται από ένα περιβάλλον, όχι απαραίτητα «ακαδημαϊκό» με την αυστηρή έννοια, αλλά σίγουρα ένα περιβάλλον που της έδωσε τα πρώτα εφόδια και μεγαλύτερο κοινωνικό κεφάλαιο για να είναι έτοιμη να ξεχωρίσει με τις γνώσεις της και να αποσπάσει το «μπράβο» του δασκάλου. Από την άλλη, ο Κώστας έχασε το τρένο να λάμψει, κοντεύει το διάλειμμα και αναρωτιέται ακόμα γιατί δεν ήξερε την «παλιννόστηση»; Το είχε ακούσει κάπου ξανά, ήταν σίγουρος, αλλά την ώρα της κρίσης, η πληροφορία δεν ήταν στη θέση της. Σκύβει το κεφάλι, κάνει ότι δεν τον νοιάζει, αλλά του κάνει εντύπωση, τον τρώει η περιέργεια… «Μήπως δεν έχω το χάρισμα; Μήπως είμαι αργός; Μήπως έχω κάποιο πρόβλημα;». Μέχρι και την… έλλειψη ενζύμου σκέφτηκε ο Κώστας, εσωτερικεύοντας έτσι μια μορφή εκπαιδευτικής ανισότητας που βιώνει μέσα στη σχολική τάξη.
Ο καιρός προχωρά, απογοητεύεται, μερικές φορές τα παρατάει και άλλες το μυαλό του απλά δεν βρίσκει μια «άκρη»… Έρχεται η ώρα των ελέγχων: «Ο Κώστας είναι ίσως το πιο καλό παιδί στην τάξη, σέβεται την ώρα του μαθήματος και το θρανίο του είναι πάντα καθαρό… Θα ήθελα όμως να προσπαθήσει περισσότερο στην τάξη και να μην είναι αφηρημένος!», τα λόγια του δασκάλου, βαρίδια στο άκουσμά τους από τη μαμά του Κώστα. Δουλεύει, άλλωστε, σε δύο δουλειές για να μπορέσει να προσφέρει στην οικογένεια και απολογείται γιατί δεν έχει καθόλου χρόνο να ασχοληθεί με το παιδί και τη μελέτη του, μια πραγματικότητα που συνδέεται συχνά με ευρύτερες κοινωνικές ανισότητες.
Για να μην τα πολυλογούμε, ο Κώστας είναι πλέον ένας… παρίας της εκπαίδευσης, νικημένος απ’ τους κώδικες του σχολείου και παγιδευμένος σε έναν κύκλο σχολικού αποκλεισμού και κοινωνικού αποκλεισμού, γιατί νομίζει πως το λάθος είναι δικό του.
«Μην ανησυχείς, άλλοι το ‘χουν, άλλοι δεν το ‘χουν», θα παρηγορήσουν τη μαμά του οι γνωστοί, αποδίδοντας στην τυχαιότητα την έλλειψη δεξιοτήτων του Κώστα που αν τις «είχε», κι αν προοριζόταν για «εκλεκτός» της τάξης, τώρα θα μιλούσαμε σε άλλη βάση — αγνοώντας έτσι τις βαθύτερες σχολικές ανισότητες που διαμορφώνονται μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Για συμπερίληψη πολλοί… εμίλησαν, στην εφαρμογή της ουδείς: Το Σχολείο ως «Εργαστήρι» Ταξινομήσεων και Σχολικών Ανισοτήτων
Το σχολείο συχνά παρουσιάζεται ως ένας ουδέτερος θεσμός παροχής ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση, όπου η επιτυχία εξαρτάται αποκλειστικά από την προσπάθεια και την ευφυΐα του μαθητή και θα τον προετοιμάσει κοινωνικά για τον «στίβο της ζωής». Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει ότι το σχολείο, μέσα στο ευρύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, λειτουργεί ως ένας μηχανισμός που επιβραβεύει συγκεκριμένες κοινωνικές δεξιότητες και μορφές συμπεριφοράς, τις οποίες ορισμένα παιδιά έχουν ήδη «κληρονομήσει» από το σπίτι τους. Αυτό που ονομάζουμε κοινωνική διάσταση του σχολείου συνδέεται άρρηκτα με το κοινωνικό κεφάλαιο και την προσαρμοστικότητα του παιδιού σε ένα περιβάλλον που δεν είναι για όλους εξίσου οικείο, γεγονός που συχνά οδηγεί σε σχολικές ανισότητες.
Η προετοιμασία του παιδιού ξεκινά πολύ πριν περάσει την πόρτα της σχολικής αίθουσας. Το οικογενειακό περιβάλλον λειτουργεί ως ο πρώτος και βασικότερος φορέας κοινωνικοποίησης, εφοδιάζοντας το παιδί με ένα σύνολο αξιών, γλωσσικών κωδίκων και τρόπων πειθαρχίας. Όταν οι κανόνες της οικογένειας ταυτίζονται με τους κανόνες του σχολείου, το παιδί βιώνει μια ομαλή μετάβαση. Έτσι, ένα παιδί που έχει μάθει στο σπίτι του να πειθαρχεί σε συγκεκριμένα προγράμματα, να χρησιμοποιεί έναν δομημένο λόγο και να αναγνωρίζει την αυθεντία του δασκάλου ως προέκταση της γονεϊκής αυθεντίας, διαθέτει ήδη τα κλειδιά της επιτυχίας μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Στον αντίποδα, υπάρχουν παιδιά που έρχονται στο σχολείο χωρίς αυτά τα εφόδια. Δεν πρόκειται για έλλειψη ικανότητας, αλλά για μια «πολιτισμική απόσταση» μεταξύ της καθημερινότητας της οικογένειάς τους και των απαιτήσεων του σχολείου. Αν το παιδί δεν έχει μάθει να πειθαρχεί με τον συγκεκριμένο τρόπο που απαιτεί το σχολείο ή αν ο κώδικας επικοινωνίας του σπιτιού του διαφέρει ριζικά από τον ακαδημαϊκό λόγο, τότε ξεκινά από μια θέση μειονεκτική, βιώνοντας στην πράξη την εκπαιδευτική ανισότητα.
Αυτή η απόσταση παίρνει τη μορφή αγεφύρωτου χάσματος όταν οι «όροι και οι προϋποθέσεις» του σχολείου έρχονται αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα των πιο ευάλωτων ομάδων. Για ένα παιδί μεταναστών, η πρόκληση δεν είναι μόνο η γλώσσα, αλλά η προσπάθεια να αποκωδικοποιήσει έναν ολόκληρο πολιτισμικό κόσμο που συχνά αγνοεί ή υποτιμά τις δικές του καταβολές, οδηγώντας συχνά σε κοινωνικό αποκλεισμό. Για ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες ή αναπηρίες, το σχολείο μετατρέπεται σε έναν καθημερινό λαβύρινθο, όπου οι «τυποποιημένες» απαιτήσεις γίνονται τείχη που το εμποδίζουν να δείξει τη δική του, διαφορετική ικανότητα. Ακόμη και για τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, η σχολική αίθουσα μοιάζει συχνά με «ξένη χώρα», καθώς το σύστημα επιβραβεύει μόνο την ακαδημαϊκή συμμόρφωση και όχι τη βιωματική γνώση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η «αποτυχία» δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας άνισης σύγκρουσης ανάμεσα σε μια προσωπική εμπειρία και έναν άκαμπτο θεσμικό κανόνα, αναπαράγοντας τις κοινωνικές ανισότητες.
Εδώ έγκειται και η μεγάλη αντίφαση του εκπαιδευτικού συστήματος: Το σχολείο, ενώ συχνά προβάλλει τη ρητορική της συμπερίληψης στο σχολείο, τις περισσότερες φορές αγνοεί την κοινωνική αφετηρία των μαθητών και καταλήγει να αναπαράγει τις σχολικές ανισότητες αντί να τις αμβλύνει. Η επιτυχία δεν είναι πάντα αποτέλεσμα αξιοκρατίας, αλλά συχνά αποτέλεσμα της σύγκλισης μεταξύ του κοινωνικού κεφαλαίου της οικογένειας και της κουλτούρας του σχολείου.
Αυτή η διαδικασία δεν σταματά στην αποφοίτηση. Το σχολικό βίωμα μεταφέρεται στην ενήλικη ζωή, όπου οι κοινωνικές ανισότητες συνεχίζουν να λειτουργούν μέσα από αυστηρούς κοινωνικούς και επαγγελματικούς κώδικες. Αν το άτομο κουβαλά ακόμη το στίγμα και την «ταμπέλα» που του αποδόθηκε στο σχολείο, ξεκινά τη σταδιοδρομία του με αρνητικό πρόσημο.
Κι όμως, οι λέξεις που μας ορίζουν δεν είναι γραμμένες σε πέτρα. Αν το σχολείο είναι ο τόπος που χαράσσει την ταμπέλα, μπορούμε να αναζητήσουμε τα εργαλεία άμυνας που μας δίνουν τη δυνατότητα να την εξαλείψουμε, ενισχύοντας ουσιαστικά τη συμπερίληψη στο σχολείο και περιορίζοντας τις σχολικές ανισότητες.
Ειρήνη Σαμαρά
Φιλόλογος
https://thegeniusfifi.com/secondary-education/
Από την ταμπέλα στην ταυτότητα: Το σπίτι ως χώρος αποκατάστασης της αξίας και ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης παιδιού
Αν το σχολείο μπορεί να γίνει χώρος όπου ένα παιδί νιώθει ότι «δεν το έχει», ιδιαίτερα όταν βιώνει σχολικές διακρίσεις ή σχολικό αποκλεισμό, τότε το σπίτι μπορεί να γίνει ο χώρος όπου αυτή η φράση αμφισβητείται. Γιατί το πιο κρίσιμο σημείο δεν είναι μόνο η άνιση εκκίνηση, αλλά το τι συμβαίνει μέσα στο παιδί όταν αρχίζει να πιστεύει ότι η αποτυχία του είναι προσωπικό του ελάττωμα. Όταν ένα παιδί βιώνει επανειλημμένα σύγκριση, απόρριψη ή χαμηλές προσδοκίες, δεν πληγώνεται μόνο η επίδοσή του. Πληγώνεται η εικόνα που σχηματίζει για τον εαυτό του και επηρεάζεται η αυτοεκτίμηση του παιδιού και η ψυχική υγεία παιδιών. Αρχίζει να ερμηνεύει τα γεγονότα μέσα από ένα φίλτρο προσωπικής ανεπάρκειας. «Ίσως δεν είμαι αρκετά έξυπνος», «ίσως δεν προσπαθώ όσο πρέπει», «ίσως κάτι μου λείπει». Εκεί ξεκινά η εσωτερική μετατόπιση από το «δυσκολεύτηκα» στο «δεν αξίζω».
Η οικογένεια, σε αυτό το σημείο, δεν καλείται να διορθώσει το σχολείο ή το εκπαιδευτικό σύστημα. Καλείται να προστατεύσει την ταυτότητα του παιδιού και να ενισχύσει την ψυχική ανθεκτικότητα παιδιού. Να προσφέρει ένα εναλλακτικό πλαίσιο ερμηνείας και ουσιαστική γονεϊκή υποστήριξη. Να βοηθήσει το παιδί να κατανοήσει ότι μια αρνητική αξιολόγηση ή μια δυσκολία δεν αποτελεί συνολική ετυμηγορία για την αξία του. Όταν στο σπίτι ακούγεται καθαρά το μήνυμα «αυτό που συνέβη δεν σε ορίζει», η εσωτερίκευση της ντροπής αποδυναμώνεται και ενισχύεται η συναισθηματική ασφάλεια.
Η συναισθηματική ποιότητα της σχέσης παίζει καθοριστικό ρόλο. Η ζεστασιά, η σταθερότητα και η άνευ όρων αποδοχή δημιουργούν ένα αίσθημα ασφάλειας που επιτρέπει στο παιδί να αντέξει την εξωτερική αμφισβήτηση και τις σχολικές δυσκολίες. Όταν ξέρει ότι υπάρχει ένας χώρος όπου δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, η σχολική δυσκολία δεν μετατρέπεται τόσο εύκολα σε προσωπικό στίγμα. Η οικογένεια μπορεί επίσης να ενισχύσει θετικά στοιχεία της ταυτότητας του παιδιού, τις ικανότητές του, τα ενδιαφέροντά του, την πολιτισμική ή προσωπική του ιδιαιτερότητα. Η καλλιέργεια υπερηφάνειας για το ποιος είναι κανείς λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στην υποτίμηση και ενισχύει την αυτοεκτίμηση παιδιού.
Εξίσου σημαντικό είναι να δίνεται χώρος στη συζήτηση. Να μπορεί το παιδί να περιγράψει τι ένιωσε, τι σκέφτηκε, πώς βίωσε μια στιγμή αδικίας ή σύγκρισης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ενισχύεται ο εσωτερικός διάλογος και η ψυχική ανθεκτικότητα παιδιού. Μαθαίνει να ξεχωρίζει το γεγονός από την ταυτότητα. Μαθαίνει ότι η δυσκολία είναι εμπειρία, όχι ορισμός του εαυτού.
Αξίζει να θυμόμαστε ότι και οι γονείς μπορεί να δυσκολεύονται όταν βλέπουν το παιδί τους να πληγώνεται. Είναι φυσικό να γεννιούνται θυμός, ανησυχία ή αίσθημα αμηχανίας. Το ζητούμενο δεν είναι η τελειότητα, αλλά η παρουσία και η σταθερή γονεϊκή υποστήριξη. Συγκεκριμένα, όταν οι γονείς βρίσκουν υποστήριξη, ενημερώνονται και επεξεργάζονται τα δικά τους συναισθήματα, μπορούν να σταθούν πιο σταθερά δίπλα στο παιδί τους. Η δική τους ψυχική ανθεκτικότητα επηρεάζει άμεσα το κλίμα της οικογένειας. Ένας γονέας που αισθάνεται ικανός και υποστηριγμένος είναι πιο πιθανό να λειτουργήσει ως ασφαλής βάση.
Το σχολικό βίωμα μπορεί να αφήσει αποτύπωμα που ακολουθεί το παιδί και αργότερα στη ζωή του. Αν όμως μέσα στο σπίτι καλλιεργείται μια σταθερή αίσθηση αξίας και ψυχικής ενδυνάμωσης, το αποτύπωμα αυτό δεν μετατρέπεται σε μόνιμη ταμπέλα. Η οικογένεια δεν μπορεί να ελέγξει όλους τους θεσμούς, μπορεί όμως να επηρεάσει βαθιά τον εσωτερικό διάλογο του παιδιού και την ψυχική υγεία του.
Και τελικά, αυτός ο εσωτερικός διάλογος είναι που θα το συνοδεύσει στην ενήλικη ζωή. Αν η φωνή που έχει μέσα του λέει «δεν το έχω», η διαδρομή ξεκινά με βάρος. Αν όμως η φωνή λέει «η αξία μου δεν εξαρτάται από μια ετικέτα», τότε ακόμη και σε έναν άνισο κόσμο, το παιδί μεγαλώνει με πυρήνα σταθερό, αυτοεκτίμηση και ψυχική ανθεκτικότητα.
Ελένη Μητώλη
Ψυχολόγος


